Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

ΑΟΡΑΤΟΣ ΔΕΣΜΟΣ-ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ 9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ-ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 1


 
..Ο κυρ Σταύρος κοίταζε με μάτια θολά τον τάφο του γιου του. Το χώμα που τον σκέπασε ήταν η τελεσίδικη, η ύστατη υπενθύμιση πως δεν θα τον ξανάβλεπε. Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό. "Γιατί θεέ μου; Γιατί αυτόν και όχι εμένα;..."

Ξαφνικά το βλέμμα του γέμισε οργή κι έσπρωξε τα χέρια που τον κρατούσαν. Πλησίασε στον τάφο, κοίταξε με πόνο και προχώρησε αποφασιστικά προς την άκρη του πλήθους που είχε μαζευτεί.
Σταμάτησε μπροστά σ' έναν άντρα και τον κοίταξε κατάματα με μάτια που πετούσαν σπίθες θυμού. "Τι θέλεις εσύ εδώ πέρα; Ψάχνεις το γιο μου ακόμα; Εκεί είναι!" του φώναξε οργισμένος, έτοιμος να ορμήσει. "Εκεί είναι! Μίλα του, ρώτησε τον!"

Δυο άντρες τον άρπαξαν πριν ξεσπάσει, απορημένοι με το αλλόκοτο φέρσιμο του.

"Ο Περικλής ήρθε σαν όλους μας, κύριε Σταύρο, να τιμήσει τον νεκρό," του είπε κάποιος.

"Να τιμήσει το δικό μου νεκρό! Αυτός! Όχι!" ούρλιαξε ο Σταύρος. "Δεν ήρθε γι' αυτό! Ρώτα τον να σου πει γιατί ήρθε."

Ο άντρας κοίταξε απολογητικά τον Περικλή, που φάνηκε να ταράζεται και του ένευσε με τα μάτια πως ο σπαραγμός είχε καταβάλει τον άμοιρο πατέρα. Ο Σταύρος όμως δεν υποχώρησε.

"Ήρθες να βρεις τη κόρη σου! Δεεν ήρθες για το γιο μου. Ξαλάφρωσες που σκοτώθηκε!"

"Μη κύριε Σταύρο, δεν είναι σωστά αυτά που λες. Σε κτύπησε η λύπη."

"Ξέρει αυτός! Ρώτησε τον! Δεν ήθελε το γιο μου για γαμπρό, μας έδιωξε. Στέρησε την ευτυχία των παιδιών για δικό του συμφέρον. Αν έδειχνε λίγη καλοσύνη, ο γιος μου δεν θα έφευγε χθες, δενθα είχε συμβεί αυτό που έγινε. Είναι φονιάς!"

"Ο θεός θέλησε να γίνουν έτσι, κυρ Σταύρο. Τι δουλειά έχει ο Περικλής;"

"Έγινε αιτία να σκοτωθεί ο γιος μου. Τα παιδιά θα έφευγαν σήμερα μαζί. Και αυτός ψάχνει τη κόρη του πάνω από τον τάφο του γιου μου."

"Έτσι είναι Περικλή;" ρώτησε κάποιος.

"Μου τη ζήτησε, ναι, μα την είχα υποσχεθεί αλλού, δε γινόταν."

"Τα παιδιά αγαπιόντουσαν. Αφού δεν έδινες την εευχή σου θα έφευγαν."

"Αν είχες κόρη θα με καταλάβαινες."

"Είχα γιο! Τ' ακούς; ΕΙΧΑ γιο. Και τώρα δεν έχω ούτε αυτόν. Απείλησες την κόρη σου επειδή δεν σε υπάκουσε και την ανάγκασες να φύγει. Αυτήν ψάχνεις εδώ, δεν ήρθες για το γιο μου."

"Είναι αλήθεια Περικλή; ρώτησε ένας άλλος.

"Τα οικογενειακά μου δεν αφορούν κανέναν. Αν σας ρεζίλευε η δική σας κόρη, τι θα κάνατε;"

"Δεν ντρόπιασαν κανέναν. Μόνο εσένα ήθελαν να πείσουν. Παντρεύτηκαν μπροστά στο Θεό, με στέφανα."

Το χωριό έμεινε άφωνο. Ο Περικλής τον κοίταζε σαν χαμένος.

"Δεν θέλησες ν' ακούσεις τίποτα, δε λογάριασες την ευτυχία του παιδιού σου, τους ανάγκασες να προσπαθήσουν να το σκάσουν για να βρούν κάπου αλλού την ηρεμία. Ο γιος μου θα ζούσε αν εσύ έδειχνες κατανόηση. Δεεν θα έτρεχε να κανονίσει μεταφορικό μέσο για να φύγουτν από το χωριό. Φύγε από δω! Βεβηλώνεις το χώρο που αναπαύεται. Δε θα βρεις εδώ την κόρη σου. Έχει φύγει, να γλιτώσει απ' τη μανία σου."

Οι χωριανοί κοίταξαν ασυναίσθητα γύρω τους ψάχνοντας να δουν τη νεαρή κοπέλα, που μόλις τώρα έμαθαν ότι ήταν νύφη λίγων ημερών μόνο και που έμεινε απρόσμενα χήρα. Μετά γύρισαν και κοίταξαν επιτιμητικά τον Περικλή.

"Δεν...δεν ήξερα πως παντρεύτηκαν. Δεν είχα ιδέα."

"Ακριβώς! Αν σ'τόλεγαν, θα προτιμούσες να σκοτώσεις την κόρη σου. Ή να τους κατατρέξεις για την υπόλοιπη ζωή τους. Το μόνο που ήθελες ήταν να μεγαλώσεις την περιουσία σου, και ο γιος μου δεν είχε. Δε θα τους άφηνες να προκόψουν."

Οι χωριανοί ήξεραν λίγο πολύ τον Περικλή. Δε δυσκολεύτηκαν να πιστέψουν τον Σταύρο. Τον κοιτούσαν τώρα με υποψία κι επίκριση. Κάποιοι όμως σκέφτονταν όπως κι αυτός. Σύρθηκαν αργά προς το μέρος του. Το χωριό είχε μοιραστεί στα δύο, εκεί στο νεκροταφείο. Πάνω από το φρεσκοσκαμμένο τάφο.